Νέα & Αρθρογραφία

ΤΟ ΑΓΧΟΣ ΩΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ-Δ. Καστριώτης

Αθήνα 20/11/2019

ΤΟ ΑΓΧΟΣ ΩΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

Αγχώδεις διαταραχές

Τα προβλήματα στην ψυχική υγεία, όπως το άγχος και οι αγχώδεις διαταραχές,

κατασκευάζονται κοινωνικά μέσω της γλωσσικής αλληλεπίδρασης και των

διαλόγων που συμβαίνουν κάθε στιγμή στην κοινωνία. Μιλάω για μια

γλωσσική κατασκευή προβλημάτων, η οποία επιτελεί συγκεκριμένους

σκοπούς, είτε συνειδητούς είτε ασυνείδητους και όχι ότι υπάρχει κάτι

σταθερό (παθογόνο) που οι επιστήμονες ανακαλύπτουν ξαφνικά και

εξαιτίας της επιστημονικής εξέλιξης. Εάν ρωτήσει κανείς κάποιους

υπέργηρους για το αν ήξεραν την λέξη στα νιάτα τους θα του

απαντούσαν ότι ήξεραν την στεναχώρια την χαρά, την λύπη.

Η εποχή του Φρόυντ μιλούσε για ‘υστερία». Το όμορφο

και παρήγορο όμως είναι ότι όπως το σημερινό άγχος

υποθέτουμε ‘ότι κατασκευάζεται γλωσσικά,ομοίως

απο-κατασκευάζεται και αποδομείται μέσω του

θεραπευτικού διαλόγου (γλωσσικά) που

κάνουμε στην συνεδρία.”

Εισαγωγικά

Το άγχος, ως λέξη, είναι στην καθημερινή μας γλώσσα. Επίσης, σαφώς βρίσκεται στην γλώσσα όλων τον ειδικών της ψυχικής υγείας κυρίως με πιο ‘ειδικούς’ όρους, όπως αγχώδη διαταραχή, ειδικό άγχος ή φοβία, στρες κλπ.

Γενικότερα ο κλάδος της ψυχικής υγείας και ειδικότερα οι ψυχίατροι και οι κλινικοί ψυχολόγοι (κάνουν διαγνώσεις και αυτοί, είναι πιο κοντά στους ψυχίατρους) βλέπουν το άγχος ως ένα δυσάρεστο αίσθημα, ή συναίσθημα το όποιο μπορεί να είναι ο αιτιώδης παράγοντας ανάπτυξης προβλημάτων και ψυχοπαθολογιών, όπως κατάθλιψη, φοβίες, πανικούς κλπ (όλα αυτά τα ονομάζει η ψυχιατρική αγχώδεις διαταραχές) ή ακόμα και άλλα όπως ψυχώσεις, ιδεό-καταναγκασμούς (obsessive-compulsive) κλπ, ή και δευτερογενών διαταραχών, όπως τις ονομάζουν, όπως νοητική στέρηση, επιληψίες, άνοιες, ψυχοκινητικά προβλήματα κτλ. Ως διαφορά των ψυχωσικών διαταραχών με τις αγχώδης διαταραχές θεωρείται ο βαθμός της επαφής με την πραγματικότητα, στις μεν πρώτες δεν υπάρχει επαφή, έστω και για στιγμές, ενώ στις δεύτερες υπάρχει..

Το άγχος ή η αγχώδη διαταραχή, από ψυχιατρικής απόψεως, θεωρείται ως μια εννοιολογική πραγματικότητα (οντότητα), που όντως υπάρχει στους ανθρώπους και η επιστήμη της ψυχιατρικής, μέσω της κλινικής παρατήρησης και εμπειρίας την ανακαλύπτει, την διαμορφώνει, την ταξινομεί, αλλά και την αναταξινομεί, κατατάσσοντας και μετακινώντας τους ασθενείς από την μια κατηγορία στην άλλη,. Αυτή η συνεχής αναδιατύπωση και διαφοροποίηση των κατηγοριών θεωρείται ότι επιτελείται εξαιτίας της συνεχούς επιστημονικής εξέλιξης και ακρίβειας.

Μάλλον σχετικά πρόσφατα ψυχίατροι έκαναν μια άτυπη και off the record διάκριση του άγχος σε δημιουργικό και παθολογικό. Ως δημιουργικό θεωρείται αυτό που είναι μάλλον μικρής εντάσεως και διάρκειας, λίγης ώρας ή μιας συγκεκριμένης περιόδου και μπορεί συσχετιστεί άμεσα από τους ειδικούς με κάτι (π.χ ενός αθλητή για επικείμενο αγώνα, για ένα μέλλοντα γονέα και την αγωνία της γέννας κλπ) (1), ώστε να θεωρηθεί πιο πολύ ως μια ‘ωφέλιμη’ εγρήγορση, παρά ως παθολογία.

Το ευρύ κοινό σήμερα ακολουθεί, θα έλεγα όχι τόσο την επιστημονική γνώση, που ανέφερα πριν, αλλά την ‘εκλαϊκευμένη’ επιστημονική πληροφόρηση, μέσω των ΜΜΕ και κυρίως του διαδικτύου, που είναι λαϊκή, υπεραπλουστευμένη, παραπληρωφονημένη και μερικές φορές εντελώς αναξιόπιστη. Βασικά στο διαδίκτυο δεν παραθέτονται οι επιστημονικές μελέτες (και είναι εύλογο, τέτοιες δεν θα είχαν ενδιαφέρον και δεν θα μπορούσαν εύκολα να διαβαστούν από τον μέσο αναγνώστη) αλλά σχόλια πάνω σε αυτά τα άρθρα, στα όποια τα συμπεράσματα που βγαίνουν δεν είναι ακριβώς όμοια με τα συμπεράσματα των μελετών. Επίσης εντυπωσιακή είναι, πολλές φορές, η ασυμφωνία νοήματος του τίτλου μιας διαδικτυακής πληροφορίας, με το κύριο μέρος της πληροφορίας (όταν το ανοίξουμε). Γενικότερα το ευρύ κοινό εννοεί, ομοίως με την επιστήμη, το άγχος ως ένα δυσάρεστο συναίσθημα το οποίο επηρεάζει την ανθρώπινη λειτουργικότητα αρνητικά (πολλές φορές το κοινό είναι πιο φανατικό σε σχέση με την επίδραση του άγχους στα ψυχολογικά θέματα), αλλά ότι υπάρχει επίσης και το δημιουργικό άγχος που κάνει ‘καλό’ και βοηθά.

Όσον αφορά τις αιτίες του άγχους η ψυχολογία/ψυχιατρική τις θεωρεί τρισυπόστατες: Βιολογικές, ψυχολογικές και κοινωνικές παράμετροι (βίοψύχοκοινωνικό μοντέλο), ότι δηλαδή αντίστοιχοι σωματικοί και ψυχικοί παράγοντες, καθώς και συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες (είτε συνδυασμός τους, είτε κάποιος συγκεκριμένος) που βρίσκεται το άτομο, μπορούν να συνεπιδράσουν στην δημιουργία του άγχους. Λόγου χάρη ένας βιολογικός παράγοντας είναι να εμφανιστεί μια ‘εσωτερική’ χημική ανισσοροπία, π.χ ο χημικός μηχανισμός (νευροδιαβιβαστής) της σεροτονίνης να μην προσλαμβάνεται κατάλληλα από τους αντίστοιχους νευρώνες ή ένας ψυχολογικός μπορεί να είναι η μεγάλη ένταση ενός μαθητή για τις επικείμενες πανελλήνιες εξετάσεις ή τέλος ως κοινωνικός μια δυσαρέσκεια του εργασιακού περιβάλλοντος κάποιου εξαιτίας μιας πράξης του, με συνέπεια την απομόνωσή του κλπ. Αυτοί οι παράγοντες δεν είναι ξεχωριστοί μεταξύ τους αλλά αλληλοπεριχωρούνται, περαιτέρω όμως ανάπτυξη του θέματος δεν είναι στο πεδίο του άρθρου.

Οι εννοιολογήσεις του άγχους και των διαταραχών του ξεκινούν από την επιστημονική κοινότητα, η οποία θεωρείται ότι μιλά από μια θέση αυθεντίας, έχει κατακτήσει την γνώση του ανθρώπινου ψυχισμού και της λειτουργίας του και απλώς εκθέτει τα ευρήματα του στο κοινό, χωρίς το κοινό να συμμετέχει στην διαμόρφωση της κατάστασης (του άγχους ή άλλων ψυχικών θεμάτων).

Διάλογος και άγχος

Το άγχος είναι λόγος και διάλογος των διαφόρων ανθρώπων και θεσμών που εμπλέκονται σε αυτό: Στην παραπάνω φράση εμπεριέχεται αυτό που θέλω να παρουσιάσω με αυτό το άρθρο. Αγχος ‘ειναι’ ολοι οι άνθρωποι που μιλούν για αυτό, οι οποίοι είτε έχουν οι ίδιοι, είτε μιλούν για το άγχος των άλλων ή για το άγχος ως φαινόμενο. Επίσης άνθρωποι που μιλούν για αυτό είναι και οι άνθρωποι-ειδικοί της ψυχικής υγείας, οι όποιοι μπορεί να έχουν και οι ίδιοι ή οικεία πρόσωπα τους κλπ. Επίσης οι ίδιοι ειδικοί μιλούν από την επιστημονική τους θέση, δηλαδή μιλούν για αυτό και ως θεσμός, όχι μόνο ως πρόσωπα με προσωπικές απόψεις. Στο θέμα εμπλέκονται, όπως είπα, και τα ‘κανάλια πληροφόρησης’ των ανθρώπων, δηλαδή τα ΜΜΕ με τις ‘εκλαϊκευμένες’ και υπερβολικές, πολλές φορές αναφορές τους, οι οποίες επηρεάζουν το κοινό, το οποίο αντιδρά ανάλογα.

Για να μην περιπλέξω πολύ την κατάσταση, στον ‘κοινωνικό’ διάλογο για το άγχος εμπλέκονται τρία επίπεδα (τουλάχιστον). Ο θεσμός της ψυχικής υγείας, ο θεσμός των ΜΜΕ και το κοινό.

Ο θεσμός των υπηρεσιών της ψυχικής υγείας, όπως και κάθε βιολογικό σύστημα κλπ, έχει την εγγενή τάση και ροπή (ομοιόσταση) να μείνει σώο (ολόκληρο) και να διατηρηθεί, και αυτό το επιτυγχάνειαπό την προσφορά στον κόσμο επιστημονικών αξιών, θεωριών και εργαλείων (στην προκειμένη περίπτωση που το σύστημα είναι επιστημονικό) ώστε ο κόσμος να έχει ανάγκη το θεσμό, αλλά και ο θεσμός να νοιώθει ότι προσφέρει. Σε λαϊκά λόγια ο κάθε θεσμός, αυτός της ψυχικής υγείας εν προκειμένω, “κάτι πρέπει να λέει, κάτι πρέπει να ανακαλύπτει και να δίνει πάνω στο θέμα (εγκυρότητα) και μάλιστα οι ειδικοί της να εξάγουν παρόμοια μεταξύ των συμπεράσματα και να κάνουν παρόμοιες διαγνώσεις στους συγκεκριμένους ασθενείς (αξιοπιστία)”. Ο διάλογος των ειδικών για τε ψυχολογικά θέματα γίνεται σε δύο άξονες, έναν οριζόντιο και ένα κάθετο.

Ως οριζόντιο εννοώ τον μεταξύ τους διάλογο, όπου διαλέγονται και αποφασίζουν, βάση των ερευνών που γίνονται, αλλά κυρίως βάση των κλινικών τους εμπειριών για την πορεία που θα ακολουθήσουν, για την ορολογία που θα εισάγουν, για την ταξινόμηση των διαταραχών, την ψυχοφαρμακολογία κτλ, γενικότερα πως θα το πάνε.

Ως κάθετο εννοώ τον λόγο και διάλογο προς/με την υπόλοιπη κοινότητα. Οι διαγνώσεις και η παρεμβάσεις γίνονται διαλογικά (συζητούν με τους πελάτες), οι ομιλίες ιατρών στα τηλεοπτικά κανάλια, τα άρθρα και κυρίως οι συνεντεύξεις τους στον τύπο, ή στο διαδίκτυο γίνονται ως μονόλογος, ή ως διάλογος με τον δημοσιογράφο, με target group το κοινό.

Παρόλα αυτά ο λόγος και διάλογος των ειδικών δεν είναι ‘αντικειμενικός’ (δεν νομίζω ότι υπάρχει αντικειμενικότητα γενικά) αλλά επιτελεί συγκεκριμένους στόχους και σκοπούς του κλάδου, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού τους, να πείσουν, να διακριθούν, να υπάρχει ανάγκη για τον κλάδο και εν τέλη να διατηρηθούν (ομοιόσταση) και να επιβιώσουν, ή θα έλεγα αυθαίρετα να εξουσιάσουν.

Επίσης ο κάθετος λόγος τους (προς το κοινό) σαφώς γίνεται από μια θέση δύναμης (επιστημονικής) και είναι κυρίαρχος (2), με την έννοια πρώτον ότι δεν μπορεί εύκολα να αμφισβητηθεί (αυτοί ξέρουν), και επιπλέον αυτό είναι συζητησιακό υλικό που το παίρνει το κοινό, το αναπαράγει κάνοντας το δικό του, ή αντιμάχεται σε αυτό.

Τα ΜΜΕ από την άλλη θέλουν να πουλήσουν, όπως συζητάμε όλοι, έτσι θα είναι βιώσιμοι θα διατηρηθούν και θα επιβιώσουν στον κόσμο (ομοιόσταση), αλλά και θα εξουσιάζουν τον κόσμο. Ως εκ τούτου οι πληροφορίες που δίνουν και τα συγκεκριμένα άτομα που επιλέγονται να δώσουν συνεντεύξεις ή να τους αναπαραχθεί ο λόγος, πρέπει να έχουν ενδιαφέρον, ώστε να πουλάνε, πρέπει ο λόγος τους, στην προκειμένη περίπτωση για το άγχος, να έχει είτε αρνητική χροιά και καταστροφολογία, π.χ η κατάθλιψη ως πανδημία της εποχής, ή αντίστροφα πολύ θετική, π.χ., η θαυματουργική θεραπεία του άγχος κλπ. Έτσι πιο ισορροπημένοι και πιθανόν πιο έγκυροι επιστήμονες πιθανόν να αποκλείονται από τα ΜΜΕ και με την σειρά τους να μην ενδιαφέρονται και οι ίδιοι πλέον.

Τέλος το κοινό (κοινωνία) δέχεται αυτή την ‘κάθετη’ επιρροή και πληροφόρηση και την αναπαράγει στις ‘οριζόντιες’ καθημερινές συζητήσεις των συστημάτων (οικογενειακών, εργασιακών, φιλικών κλπ) που ανήκει ο καθένας. Μιλούν για τις δικές τους εμπειρίες, με τον εαυτό τους ή με οικεία πρόσωπα, για άρθρα ή ειδήσεις που διάβασαν σχετικά με το θέμα, για επισκέψεις σε ειδικούς, τι τους είπαν, ποιος ήταν ο πιο ‘καλός’ ειδικός, αν βοηθήθηκαν ή όχι και έτσι αποκτούν συγκεκριμένες απόψεις για αυτό, βασικά αναπαράγοντας και διατηρώντας τις ‘κυρίαρχες φωνές’ (ειδικών), προσπαθώντας να δείξουν ότι γνωρίζουν το ζήτημα και να αντιλέγουν με πιθανόν αντιρρησίες των ‘επιστημονικών’ δεδομένων.

Τυχόν όμως αμφισβητήσεις και αντιρρήσεις των πολιτών σχετικά με τις επιστημονικές θεωρήσεις περί άγχους (και όχι μόνο όπως είπα), ειδικά εάν είναι μαζικές, είναι δυνατόν να ‘αναγκάσει’ τον κλάδο να καταφύγει σε πιο σκληρές συστάσεις και προτροπές, στην παρουσίαση νέων επιστημονικών δεδομένων (υποτιθέμενων σε μερικές περιπτώσεις). Έτσι, σε τέτοιες περιπτώσεις, οι ψυχίατροι/ψυχολόγοι αλλάζουν την επιστημοσύνη τους όχι αβίαστα και φυσικά αλλά από ανάγκη να είναι έγκυροι στην κοινωνία, να προσφέρουν, να πείσουν, και κατ’εμέ πιο πολύ να εξουσιάζουν και να διατηρούν την αυθεντία τους. Ένα έξοχο σύγχρονο παράδειγμα αυτού που ισχυρίζομαι είναι από το χώρο της κλασσικής ιατρικής και του παιδικού εμβολιασμού. Η ολοένα και αυξανόμενη μερίδα γονέων που κρατά μια σκεπτιστική στάση πάνω στο ζήτημα επιφέρει όλοένα και δυναμικότερη αντίδραση των γιατρών με νέα στοιχεία, αμφιβόλου ποιότητας και ακρίβειας, που δημοσιοποιούνται στα μέσα ώστε να πείσουν.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι η γνώση, για το άγχος και τις επιπτώσεις του εν προκειμένω, δεν ‘φτιάχνονται’ στο κενό αλλά σε μια κοινωνικότητα, τόσο των ειδικών μεταξύ των, όσο και του υπόλοιπου κόσμου που και οι ίδιοι ζουν μέσα. Τα ευρήματα τους επηρεάζονται και συν-διαμορφώνονται πάντα από τον κόσμο που απευθύνονται αλλά και όλους τους υπόλοιπους κοινωνικούς θεσμούς (π.χ. πως νομοθετεί η κυβέρνηση, τον διάλογο (πιέσεις και συμφέροντα) με τις φαρμακευτικές, το πόσο ανάγκη (οικονομικά αλλά και ψυχολογικά) έχει ένας ειδικός τον πελάτη του). Σε μια γνώση συμμετέχουν όλα τα κοινωνικά συστημάτων πάντα, μέσω της γλώσσας και του διαλόγου, περιγράφοντας αλλά και συγχρόνως κατασκευάζοντας (λεκτικά) τα φαινόμενο.

Η προσέγγιση αυτή για το άγχος στηρίζεται στο ιδεολογικό ρεύμα του κοινωνικού κονστρουξιονισμού ή κονστρακτιβισμού (μεταμοντερνισμός) (3), όπου, όπως περιέγραψα και πριν, όλες οι επιστημονικές και κοινωνικές ‘αλήθειες’ της εποχής κατασκευάζονται γλωσσικά από τον κοινωνικό και επιστημονικό διάλογο των θεσμών και του κόσμου της κάθε εποχής. Αυτή η επιστημολογία και θέαση των πραγμάτων, είναι διαφορετική από την μηχανιστική θεώρηση των φαινομένων (επί πλείστον αυτό κάνει σήμερα η ψυχιατρική και η παραδοσιακή ψυχολογία) όπου ο επιστήμονας θεωρείται ότι βρίσκεται πάνω από τα φαινόμενα τα παρατηρεί και τα επιδιορθώνει χωρίς να είναι και αυτός μέρος του συστήματος και να επηρεάζεται.

  1. Μια αγχώδη περίοδο μπορεί να σχετίζεται με κάποιες ανησυχίες των θεραπευομένων οι οποίες δεν αναδύονται στην θεραπεία, ή δεν είναι στην εκπαίδευση του ειδικού να μπορεί να τις ανασύρει. Όμως υπάρχουν, έτσι είναι ‘παράτολμο’ να ονομάζει κάποιος ειδικός μια αγχώδη κατάσταση “αναιτία” έτσι να της δώσει ένα παθολογικό χαρακτηρισμό.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

    1. Φουκώ, Μ., 2007, Η ιστορία της τρέλας στην κλασσική εποχή, Εκδόσεις Καλέντης, Αθήνα

    2. Για τον κοινονικό κονστρουξιοσμό π.χ Schlippe, A & Schweitzer, J., 2008 Ενας κόσμος κατασκευάζεται από κοινού: Κοινωνικός Κονστρουξιονισμός, στο Εγχειρίδιο συστημικής θεραπείας και συμβουλευτικής, Εκδ. University press, Θεσ/νικη