Νέα & Αρθρογραφία

«Από Έρωτα»: Μία Ταινία για το «Πένθος» του Απο-Χωρισμού

«Από Έρωτα»: Μία Ταινία για το «Πένθος» του Απο-Χωρισμού

Ο Αντώνης Γκαλιμάνης είναι πυροσβέστης και ζει στον Πειραιά. Η ιστορία ξεκινά δυο ημέρες πριν από τον επικείμενο γάμο του με την νοσηλεύτρια Νατάσα, όταν αιφνιδιαστικά θα τον επισκεφτεί στο σπίτι του η Άννα, μια δημοσιογράφος με την οποία διατηρούσε σχέση παλαιότερα.

Παρακολουθώντας τη μεταξύ τους συνάντηση διαπιστώνουμε ότι ο έρωτάς τους είναι ακόμα ζωντανός. Ο Αντώνης δεν θα ματαιώσει τον γάμο του με την Νατάσσα παρότι η Άννα έχει έντονη την επιθυμία της επανασύνδεσης. Τα πράγματα θα περιπλεχθούν ακόμα περισσότερο όταν θα ξεκινήσει η «διπλή ζωή» του Αντώνη μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Τί θα συμβεί όταν η Άννα θα συνυπάρχει με την Νατάσσα όχι μόνο όταν η Νατάσσα θα λείπει, αλλά κι όταν αυτή είναι μπροστά; Δεν πρόκειται για μια ιστορία μιας παράνομης σχέσης, μιάς και η Άννα δεν είναι πλέον στη ζωή. Συνεχίζει να ζει μέσα από τις παραισθήσεις του Αντώνη, ο οποίος την κρατά πεισματικά ζωντανή στο μυαλό του.

Όπως ο έρωτας στην πραγματική ζωή, έτσι και αυτός που πραγματεύεται η ταινία εξελίσσεται σε δύο χρόνους. Στο παρόν και στο παρελθόν. Αυτό που ζούμε είναι σίγουρα πολύ σημαντικό καθότι εξελίσσεται μέρα με τη μέρα. Με μία όμως πολύ σημαντική λεπτομέρεια: η Άννα δεν υπάρχει πια, έχει πεθάνει…

Ο πρωταγωνιστής πενθεί διπλά γιατί εάν κάθε χωρισμός είναι ένα μικρός θάνατος η δική του σχέση έκλεισε απότομα και αφύσικα με ένα θάνατο.

Η απώλεια ενος αγαπημένου προσώπου είναι ένα τραυματικό γεγονός και προκαλεί μία διαφορετική αντίδραση σε κάθε άτομο.Κάθε φορά που ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον θάνατο είναι δυσβάσταχτο. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί στην εύλογη απορία: ποιός είναι ο δρόμος του καθένα μας για να συμφιλιωθεί με την απώλεια, και πότε το πένθος παίρνει παθολογικές διαστάσεις;

Στη ταινία ο πρωταγωνιστής (σύντροφος της Άννας) ζεί το λεγόμενο περιπλεγμένο πένθος (prolonged grief disorder). Το τραυματικό πένθος που βιώνει τον έχει οδηγήσει να αναπτύξει μία ψυχική διαταραχή – μία «γλυκιά» σχέση εξάρτησης με το νεκρό. Αρνείται να συνειδητοποιήσει την απώλεια, προσκολλώντας στο παρελθόν και εμφανίζεται απρόθυμος να παραιτηθεί από το αγαπημένο του πρόσωπο που χάθηκε. Εξάλλου, οι αναμνήσεις μπορούν – όταν τους το επιτρέπουμε – να είναι πιο ζωντανές από το ίδιο το παρόν. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαταράχη που έχει αναπτύξει ο κεντρικός ήρωας της ταινίας τον βοηθά να προσπαθήσει να ολοκληρώσει ένα κομμάτι της ζωή του που έμεινε ανεκπλήρωτο.

Όπως αναφέρεται στην ταινία, «είναι τρομακτική η ενέργεια που απελευθερώνεται όταν διακόπτεις την αγάπη». Η ανάγκη του να κουβαλάς παντού τον άνθρωπο που αγαπάς, δεν ήταν ποτέ τόσο οικεία όσο σε αυτή την ταινία, όπου παρουσιάζεται με μια γλυκιά αθωότητα.

Το ερώτημα που τίθεται τελικά είναι με ποιούς τρόπους μπορεί ένα τέτοιο τραυματικό γεγονός, όπως ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, να ενταχθεί με ένα λειτουργικό τρόπο στην ιστορία της ζωής του πενθούντα και πώς οι υπόλοιποι, ψυχίατροι επαγγελματίες και μη, μπορούν να βοηθήσουν το άτομο που πενθεί.

Δεν υπάρχει λοιπόν κάποιο προκαθορισμένο χρονικό όριο για να βιώσουμε τον αποχωρισμό που επιβάλλει ο θάνατος και ο καθένας μας βρίσκει τον προσωπικό του τρόπο να διαχειριστεί την απώλεια.

Στη περίπτωση της ταινίας ο πρωταγωνιστής έχει αναπτύξει μία ψυχοπαθολογία σε σχέση με την εκλιπούσα Άννα. Η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά του και η παρατεταμένη κατάθλιψη που νιώθει δημιουργούν ως μηχανισμό διαφυγής, την επανεμφάνιση της Άννας. Η επίσκεψη του στο ψυχίατρο κατόπιν της υπόδειξης της πυροσβεστικής υπηρεσίας όπου ανήκει ώς εργαζόμενος και η χρήση αντικαταθλιπτικών χαπιών δεν μπορούν να του σβησουν τη «φωτιά» που καίει μέσα του. Τα αντικαταθληπτικά χάπια και η φαρμακευτική αγωγή που ξεκινάει με εντολή του γιατρού δεν μπορούν να του δώσουν λύση στο πρόβλημά του να νοηματοδοτήσουν την «αλλαγή» στο γεγονός δεν μπορούν, με άλλα λόγια, να κατασιγάσουν τον πόνο του.

Την παύση των ίδιων του των διαταρακτικών συναισθημάτων, την απώλεια, τη θλίψη θα προσπαθήσει να την χειριστεί με μία τελευταία αναζήτηση επανασύνδεσης με την αγαπημένη του εκλιπούσα Άννα. Είναι η λεγόμενη «από-κάθεξη», μία διαδικασία λύσης των συναισθηματικών δεσμών με το νεκρό πρόσωπό (Freud-mourning & Melancholia). Κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης διαδικασίας, ο πρωταγωνιστής διαλέγει να κάνει ένα συμβολικό ταξίδι με τη αγαπημένη του Άννα, ίσως σε όσα μέρη ήθελαν να επισκεφτούν και δεν προλάβαν να το κάνουν. Όπως φαίνεται το τραύμα του χωρισμού είναι περιπλεγμένο με το πένθος. Ο ρόλος της συναισθηματικής σχέσης ανάμεσα στο πρωταγωνιστή και στην Άννα που πέθανε και η επανασύνδεση του με το νεκρό πρόσωπο συνιστά ίσως την τελευταία του προσπάθεια να δώσει ένα «τέλος» με ένα τελετουργικό τρόπο που να νοηματοδοτεί την απώλεια της αγαπημένη του συντρόφου.

Μεταξύ των αναζητήσεων περί έρωτος και θάνατου, η ταινία φροντίζει να μας περάσει εμμέσως πλην σαφώς τα μηνύματά της δίνοντας φυσικά στον θεατή το περιθώριο να τα ερμηνεύσει με βάση τη δική του αλήθεια. Ο χρόνος, η πραγματικότητα και η έκβαση της θλίψης για κάθε άνθρωπο μπαίνει στη δική της τροχιά εξέλιξης και όσο και, εάν θέλουμε να παρέμβουμε, το στάδιο της αποδοχής θα πάρει για τον καθένα το δικό του χώρο και χρόνο.

Αυτό το δίλημμα μεταξύ του ποιός βάζει τα σωστά κριτήρια ζωής και τί συνθέτει το «φυσιολογικό» είναι εκείνο που κινεί και τα νήματα στη ταινία «Από Έρωτα», αλλά ουσιαστικά κατευθύνει και τις ζωές μας.

Νομίζω σαν θεραπευτές οφέλημο θα είναι να είμαστε υπομονετικοί με την ιστορία του ατόμου που θρηνεί και να του επιτρέψουμε να μοιραστεί τις αναμνήσεις του από το άτομο που πέθανε ακόμη και τις στιγμές σιωπής, ή «παραίσθησης». Με αυτόν τον τρόπο, θα είναι πολύ πιο ανακουφιστικό και – ίσως – συντομότερο το θεραπευτικό ταξίδι της αποδοχής. «Μπροστά στον ανθρώπινο πόνο, όλες οι επιστημονικές θεωρίες αποδεικνύονται ανίσχυρες, ενώ αντίθετα, η συμπαράσταση ενός ανθρώπου, διατεθειμένου να ακούσει και να βοηθήσει τον πενθούντα, μπορεί να απαλύνει την τόσο επώδυνη κατάσταση του» Marie-Frederique Bacque (2007).

Ο Αντώνης της ταινίας μας δείχνει την εικόνα ενός άντρα που φέρει το κοινωνικό στίγμα του «ψ», ενός ανθρώπου βαθιά πληγωμένου κατακερματισμένου και αβοήθητου. Ενός άντρα όμως αθεράπευτα ρομαντικού που παλεύει με το φόβο της στασιμότητας και της ακινησίας, ο οποίος αποφασίζει να δώσει μία λύση στον έρωτα του έστω και μέτα θάνατο. Η επιθυμία εξάλλου του κάθε ανθρώπου είναι να του επιτραπεί να ζήσει με πληρότητα.

Μιρέλλα Κορομπίλια
Ψυχολόγος – Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια